Ρίτσος Γιάννης, Ἕνα σκυλὶ μέσα στὴ νύχτα
...Εἶχε χάσει τὸν κύριό του,
εἶχε χάσει τὸ νερό του, τὸ σκουτέλι του, τὸ λουρί του,
τὸν ἴσκιο τοῦ κυρίου του στὸ πάτωμα,
τὸν τρόπο νὰ κινῇ τὴν οὐρά του, καὶ κεῖνο τὸν ἀέρα
ἀνάμεσα στὶς δυό πόρτες τοῦ διαδρόμου ποὔκανε ἕνα ρεῦμα φωτεινό τὶς Κυριακὲς
κι ὁ ἀέρας φυσοῦσε τὸ τρίχωμά του σὰν κάποιος νὰ τὸ χτένιζε... Ὅλα τἄχασε.
Τώρα τὸ μαλλί του πεσμένο, ἡ οὐρά του λερωμένη, νεκρή.
Τὰ δυό μεγάλα σκοτεινά του μάτια τσιμπλιασμένα... Γυρίζει,
ὀσμίζεται τὸν ἀέρα – ποῦ πῆγε ὁ Κύριός του; καὶ γιατί;..
Μιὰ πελώρια ἀπορία κρέμεται στὶς αὐλές, στοὺς τοίχους τῶν σπιτιῶν, στοὺς ἤχους τῶν δρόμων,
ὅταν χτυπάῃ τὸ ρολόι τῆς ἀγορᾶς. Καὶ κεῖνο τὸ σπίτι κλεισμένο.
Ἡ μάντρα τοῦ ψηλή – ἀπὸ ποῦ νὰ μπῇ;
Πῶς τὄκλεισαν ἀπέξω; Προσβλέπει
μὲ κουρασμένο φθόνο τὰ πουλιά∙ ἐκεῖνα
μποροῦν καὶ πηδοῦν πάνω ἀπ' τὴ μάντρα
– ἴσως καὶ νὰ τσιμπολογοῦν στὴν αὐλή τὸ δικό του σκουτέλι, ἴσως νὰ μπαίνουν ἀκόμη καὶ στὸ σπίτι
ἀπ' τὴν ὀπὴ τῆς σόμπας, ἀπ' τὸν καπνοδόχο ἢ ἀπ' τὸ σπασμένο τζάμι...
-Οἱ πόρτες καρφωμένες σταυρωτά μὲ σανίδια..- ποῦ πῆγε ὁ Κύριός του;
Μπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ καὶ νὰ λείπῃ;.. Μπορεῖ νὰ μήν ὑπάρχῃ;..
Μέσα στὸ σπίτι θἆναι ὁλόσωμη ἡ ὀσμὴ τοῦ Κυρίου του!.. Γυρεύει
τὸ ὠρισμένο χάδι, τὸ ὡρισμένο πιάτο, τὸ ὡρισμένο ἀκόμη λάχτισμα
ἀπ’ τ’ ὡρισμένο πόδι, ποὺ ἦταν μόνο γι' αὐτόν κι ὄχι γι' ἄλλον..-
κ' ἦταν -α ὐ τ ό, καὶ -ὑ π ῆ ρ χ ε! Τώρα τί εἶναι; Ποῦ εἶναι;.. Τώρα
γυρίζει μέσα στ' ἄσκοπο σὰ μιὰ βρώμικη μαλλιαρή δυστυχία,
στέκει παράμερα περιμένοντας στὶς αὐλὲς τῶν ἄλλων σκυλιῶν κάτι νὰ φάῃ ἀπὸ τὰ ξένα πιάτα,
ταπεινωμένο ἀπ' τὴν ἴδια του τὴν πεῖνα...
-Κάποτε ψάχνει τοὺς ντενεκέδες τῶν σκουπιδιῶν μ' ἐπιδειχτική βουλιμία
ἀνάμεσα στὰ φλούδια τῶν ροδάκινων καὶ τ' ἀποφάγια ζεσταμένα ἀπ' τὸν ἥλιο∙
κάποτε δείχνει τὰ δόντια του μ' ἕνα ἀδιάφορο μῖσος∙
κάποτε, τὰ λαμπρά μεσημέρια, κρεμάει τὴ γλῶσσα του ἄτονη,
σὰ νὰ κρεμάῃ τὴν ψυχή του σαλιωμένη στὸ χεῖλος τοῦ γκρεμοῦ∙
κάποτε βαδίζει διψασμένο πλάι στὸ ρυάκι χωρίς νὰ σκύψῃ νὰ πιῇ∙
κάποτε κοιτάει στὸ νερό τὴ μορφή του
λυπημένο ἀπ' τὴ μεγάλη ἐρημιά τῶν ματιῶν του... Ἄν κάποιος
τὸ κοιτάξῃ μιὰ στιγμή, ἄν ἅπλωσῃ τὸ χέρι του
νὰ τοῦ χαϊδέψῃ τὸ μπλεγμένο του τρίχωμα, ἐκεῖνο
γυρίζει ἀργά τὴ ράχη του καὶ χάνεται κατὰ τὸ λόφο... Ἴσως νὰ κλαίῃ λίγο πιὸ πέρα
φοβισμένο μὴν προδώσῃ τὸν Κύριό του μὲ τὸ χάδι ἕνος ἄλλου
– μὲ τὸ χάδι ποὺ τοῦ ζητάει, ἔστω ἑνὸς ἄλλου... Τότε σκέφτεται
τὸ ἄδειο του πιάτο στὴν αὐλή, τὸν ἴσκιο ἀπ' τὸ χέρι τοῦ Κυρίου του / πάνω στὸ τρίχωμά του, καὶ μπορεῖ νὰ κλάψῃ
μόνο γιὰ Κεῖνον καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του...
- Ἔτσι φεύγει μὲς στὴ νύχτα.
Πορεύεται ἀργά πρὸς τὸ θάνατο γιὰ νὰ Τὸν συναντήσῃ...
-Ἕνα δεῖλι παράξενο, πορτοκαλί καὶ ρόδινο,
σταμάτησε μπρὸς στὸ κλεισμένο σπίτι... Μιὰ συντροφιά χαρούμενη
κατέβηκε ἀπ' τ' ἁμάξι, μπρὸς στὴ μάντρα...
Τὰ μάτια τοῦ ξανθοῦ ἀγοριοῦ μοιάζαν μὲ τοῦ Κυρίου του...
-Στάθηκε...
-Οἱ νέοι τὸ κοίταξαν...
Σάλεψε τὴν οὐρά του. Στάθηκε...
-Οἱ νέες τὸ χάιδεψαν...
Ἐκεῖνο μάντεψε... Στάθηκε...
-Τοῦ δέσαν στὴν οὐρά ἕνα ντενεκέ... Στάθηκε...
-Ὕστερα μάκρυνε, ἀκούγοντας πίσω του τὸν κρότο τοῦ ντενεκέ πάνω στὶς πέτρες
– καθόλου λυπημένο τὸ σκυλί, καθόλου ὠργισμένο
μ' αὐτή τὴν εὐτυχία τῆς τιμωρίας γιὰ τὴν πρώτη προδοσία του.
Αὐτός ὁ κρότος, σ' ὅλη του τὴν εἰλικρίνεια,
θὰ εἰδοποιοῦσε τὸν Κύριό του..-
κ' ἴσως, μιὰ μέρα, νὰ Τὸν συναντοῦσε...
-Δέν τὸ συνάντησες ποτέ σου αὐτό τὸ σκυλί, [] μὲ τὰ πελώρια σκοτεινά μάτια,
μὲ τὸ ψόφιο μαδημένο τρίχωμα, νὰ ὀσμίζεται τ' ἀπογεύματα τὴ θάλασσα,
νὰ ὀσμίζεται ἔνοχα τὰ ροῦχα τῶν κολυμβητῶν ἀφημένα στὴν ἀμμουδιά,
ἢ τὰ γδαρμένα σφάγια στὰ τσιγγέλια τῆς ἀγορᾶς,
ἢ κάποτε τὰ διάφανα πατήματα τῶν ἄστρων στῶν ἀέρα;.. Δὲν τὄδες;..
-Εἶδες τοὐλάχιστον τὸ σπίτι μὲ τὶς καρφωμένες πόρτες;
Τὴ στέρνα μὲ τὰ σάπια φύλλα; Τὸ ἑτοιμόρροπο μπαλκόνι;
Τὴν ψηλή μάντρα καὶ τὴν πιό ψηλή σιωπή, ὅταν νυχτώνῃ κι ἀρχίζῃ νὰ φυσάῃ
ἀντιστρέφοντας τὰ δέντρα τοῦ κήπου μὲ τὶς ρίζες τους στὸν ἀέρα
σαλεύοντας ἀπελπισμένα σὰν τὰ μαλλιά τῶν φαντασμάτων
κι ἀκούγεται στὸν ἀπέναντι λόφο ὁ κρότος τοῦ ντενεκέ μέσα στὸ δίβουλο σκοτάδι
σημαδεύοντας τὴν πορεία τοῦ σκυλιοῦ μέσα στὴ νύχτα;..
-Δὲν τὸ συνάντησες λοιπὸν ἐκεῖνο τὸ σκυλί;..
Ε ὐ τ υ χ ι σ μ έ ν ο, σοῦ λέω∙
μὲ μιὰ σιωπηλή περηφάνεια καὶ σεμνότητα,
μοναχικό καὶ πληρωμένο, σχεδόν νέο,
μὲ τρίχωμα πάλι στιλπνό, ζωντανεμμένο,
μεταφέροντας τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου του μέσα στὰ μάτια του,
προβάλλοντας τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου του πάνω στὰ πράγματα, ἀ ν α γ ν ω ρ ί ζ ο ν τ ά ς -Τον,
στὶς πέτρες, στὶς κλεισμένες πόρτες, στὰ παράθυρα, στὰ φύλλα,
στὰ βήματα τῶν βραδυνῶν περιπατητῶν, ποὺ μήτε τὸ προσέχουν...
Αν το ποίημα του Γ. Ρίτσου (που αγαπούσε τα ζώα) κάτι άγγιξε στη καρδιά σας, την επόμενη φορά που θα δείτε ένα αδέσποτο, αγοράστε του ένα κουλούρι, δώστε του ένα χάδι.
Είναι το λιγότερο που μπορείτε να κάνετε. Για τη συνείδησή σας.

Comments
Post a Comment