Samuel Beckett - Το Τέλος



Στο "Τέλος", ένας άστεγος περιθωριακός,  σημαδεμένος  όχι μόνο στο σώμα από τη ψωρίαση, αλλά και στη ψυχή και στο πρόσωπο - ίσως από κάποια μετωπιαία λοβοτομή, βγαίνει από ένα ίδρυμα με μόνη περιουσία ότι του δόθηκε για να αρχίσει τη νέα του ζωή: ένα καπέλο, λίγα χρήματα και μια αλλαξιά ρούχα.

Στη κυριολεξία τον πετάνε έξω από αυτό το «ίδρυμα» και έτσι αναγκάζεται να αφήσει πίσω του όλα τα αγαπημένα του αντικείμενα, εκείνα που έδιναν κανονικότητα στη ζωή του, συμπεριλαμβανομένου του σκαμνιού όπου καθόταν κάθε μέρα, ακίνητος, περιμένοντας την ώρα του ύπνου. Παγιδευμένος στη σχεδόν αυτιστικά εμμονική  παρατήρηση και ιδεοψυχαναγκαστική επανάληψη των «ιδιαίτερων» σωματικών χειρονομιών του και την καταγραφή των εκκρίσεων του, καταλήγει περιπλανώμενος, το «ζωντανό πτώμα» , ο «γέρος, τρισάθλιος, σάπιος, ψωριάρης, έτοιμος για τη χωματερή», στο λόγο ενός μαρξιστή κήρυκα. Και λίγο μετά στην αγκαλιά της θάλασσας που απεχθανόταν.

Όμως δεν πρόκειται απλά για την αφήγηση ενός περιθωριακού ανθρώπου. Αυτό που ξαφνιάζει στο Τέλος, είναι η απόλυτη διάσταση μεταξύ της «απεχθούς» εμφάνισής  και του ίδιου του χαρακτήρα που πλάθει ο  Beckett, καθώς του  αποδίδει εκπληκτική ευγλωττία και (ψευδο)ευγένεια αστού, ένα εξαιρετικά ευαίσθητο αν και παραπαίοντα στοχασμό.

« τι και αν επιστράτευα τους καλύτερούς μου τρόπους, τι και αν χαμογελούσα και μιλούσα καθαρά, δεν προλάβαινα καν να ολοκληρώσω το λογύδριο μου και έτρωγα την πόρτα στα μούτρα 
[...]
Οι ελεήμονες όμως άνθρωποι δεν αρέσκονται ιδιαίτερα στην ρίψη κερμάτων, θεωρούν ότι η κίνηση αυτή έχει κάτι το απαξιωτικό, πράγμα που απεχθάνονται σαν ευαίσθητες ψυχές που είναι»


Σχετικά με την πρώτη δημοσίευση του διηγήματος, ήταν η Simon de Beauvoir που θεώρησε ότι το δεύτερο μέρος του περιείχε υπερβολικά πολλές αναφορές σε φαγούρες σε απόκρυφα και στα οπίσθια, καθώς και εκτενείς περιγραφές "δράσεων" του σώματος, εμμένοντας έτσι στην απόρριψη δημοσίευσης του στο έντυπο "le temps moderne" που εξέδιδε με τον Sartre (αρχές 1946 είχαν δημοσιεύσει το πρώτο μισό).  

«Ξεκούμπωνα το παντελόνι μου διακριτικά για να ξυστώ. Ξυνόμουν με τέσσερα νύχια και με κατεύθυνση από κάτω προς τα πάνω. Περνούσε η ώρα, κυλούσε ο χρόνος όταν ξυνόμουν»

Αποσπάσματα από την έκδοση του οίκου Αλεξάνδρεια, σε μετάφραση Θάλεια-Μέλη Χωλλ. 

Comments

Popular posts from this blog

Το Γεγονός (2021), Σκηνοθεσία Audrey Diwan, Χρυσός Λέων στο Φεστιβάλ Βενετίας CINEMA

Αν Αυτός Είναι ο Άνθρωπος (Se questo è un uomo), Primo Levi

Francesca da Rimini & Paolo malatesta στον δεύτερο κύκλο της Κόλασης του Δάντη