Morrison Toni, Αγαπημένη
Κλείνοντας την «Αγαπημένη» της Toni Morrison ένιωσα ότι κλείνω τη δεκαετία με ένα από τα καλύτερα, τα σημαντικότερα βιβλία που έχω διαβάσει. Ένα βιβλίο που μιλά για τη δουλεία των μαύρων της Αμερικής τοποθετώντας όμως το αποκρουστικό τοπίο της στο παρασκήνιο και αναδεικνύοντας τις βαθιές πληγές στις ψυχές των ανθρώπων που την έζησαν, την εσωτερίκευση της ντροπής και του τρόμου, τα απάνθρωπα διλήμματα μιας γονεϊκότητας που σκοτώνει, τη διεκδίκηση της ελευθερίας και της ατομικής ταυτότητας στο ανοίκειο περιβάλλον μιας επισφαλούς απελευθέρωσης.
Μητρότητα, οικογενειακοί δεσμοί, συγκρότηση ταυτότητας, ευθραστότητα και η απώλειά της, ανδρισμός, μνήμες, τόπος, πόνος, το σπίτι όλα τα διαπερνά η διαβρωτική επίδραση της δουλείας και των αναμνήσεων από το «Φιλόξενο Σπιτικό».
Η Σιθ, πρώην σκλάβα, κατοικεί σε ένα απομονωμένο σπίτι με το όνομα 124 (δηλωτική τετράδα όπου απουσιάζει το 3ο ψηφίο – όπως το νεκρό παιδί της) στοιχειωμένο από την ανίερη πράξη της, μας παρουσιάζεται με «μυαλό που δεν ενδιαφερόταν για το μέλλον. Φορτωμένο με το παρελθόν, διψώντας για περισσότερο, που δεν της άφηνε χώρο να φανταστεί, πόσο μάλλον να σχεδιάσει, την επόμενη μέρα».
Αγαπημένη, η απαιτητική νεκρή που κλωτσά τις απωθήσεις για να ξυπνήσουν, διαλύει τη σιωπή και υποχρεώνει τους ανθρώπους να μιλήσουν για τις θαμμένες αλλά όχι λησμονημένες πληγές τους. Ανέστια, δίχως δικούς και φίλους, έρχεται από το ποτάμι και όχι μόνο βάζει το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων αλλά προχωράει πέρα από τα όρια του μυαλού, αγκαλιάζει αλλά ταυτόχρονα κατηγορεί.
Έιμι Ντένβερ, η μικρή λευκή σκλάβα που δούλευε για να ξεχρεώσει τα ναύλα της μάνας της, το κορίτσι με τα μαλλιά που έφταναν για πέντε κεφάλια και τα «καλά χέρια», βρίσκεται στο δρόμο διαφυγής της Σιθ, τη σώζει και τη βοηθά να φέρει στο κόσμο το τελευταίο μωρό της, τη Ντένβερ.
Μπέιμπι Σαγκς, η «απελεύθερη νέγρα», η νεκρή μητέρα του άντρα της Σιθ αλλά πάντα παρούσα στις αναμνήσεις όλων, με καρδιά που κατέρρευσε αφού της στέρησαν οχτώ παιδιά, το Ξέφωτο, τη κοινότητα, τη κανονικότητα. «Δεν υπήρχε άνθρωπος από όσους γνώρισε η Μπέιμπι Σαγκς – χώρια εκείνοι που είχε αγαπήσει – που να μην το έχει σκάσει, να μην έχει κρεμαστεί, να μην έχει αγοραστεί, να μην έχει έρθει πίσω σιδηροδέσμιος, να μην έχει υποθηκευτεί, να μην έχει κερδηθεί, να μην έχει κλαπεί, να μην έχει διαγουμιστεί».
Πολ Ντι, κουβαλά το παρελθόν του όχι σαν ανάμνηση, αλλά σαν μια παραλυτική δύναμη που τον ακυρώνει ως πρόσωπο. Και στο πρόσωπο της Σιθ βλέπει «τη φίλη του μυαλού του. Που τον μάζεψε, μάζεψε τα κομμάτια που ήταν και του τα ξανάδωσε πίσω με τη σωστή σειρά»
Ντένβερ, η μικρότερη κόρη της Σιθ, το μοναδικό της παιδί που μένει μαζί της, κλείνεται στη σιωπή δύο χρόνια αμυνόμενη σε αλήθειες που πονάνε. Αν και τη πρωτογνωρίζουμε ως παιδί, εξελίσσεται σε ώριμη προστατευτική γυναίκα, που θα αγωνιστεί όχι μόνο για τη προσωπική της ανεξαρτησία αλλά και για την επιβίωση της μητέρας της.
Οι άνθρωποι χωρίς δέρμα, ο πραγματικός εφιάλτης, αυτός που μπορεί να σε κάνει «κάτι άλλο και αυτό το κάτι ήταν πιο μηδαμινό από ένα κοτόπουλο που καθόταν σ΄ένα βαρέλι κάτω από τον ήλιο», αυτός που ξορκίζει η Σιθ με την τρομερή πράξη της: «Πού είναι οι άνθρωποι χωρίς δέρμα; Εκεί έξω. Πολύ μακριά. Μπορούν να μπουν εδώ μέσα; Όχι. Το προσπάθησαν μια φορά, αλλά τους σταμάτησα. Δεν θα ξανάρθουν. Ένας από αυτούς ήταν στο σπίτι όπου ήμουν κι εγώ. Μου έκανε κακό. Δεν μπορούν να μας κάνουν πια κακό.»
Toni Morrison, Αγαπημένη, εκδ. Παπαδόπουλος, μετ. Κατερίνα Σχινά.

Comments
Post a Comment