Cheever John, Φάλκονερ
Όμορφος κόσμος, αγγελικά πλασμένος:
Διαβάζοντας το Φάλκονερ του Cheever «ανακάλυψα» πως σε μια φυλακή ποινικών κρατούμενων δεν υπάρχουν εσωτερικοί ανταγωνισμοί, βία, αλλοτρίωση του ατόμου, παραβίαση δικαιωμάτων. Αντίθετα, τα κακώς κείμενα περιορίζονται σε μια κυκλοθυμική συμπεριφορά φυλάκων ή σε απαιτήσεις συμμόρφωσης σε ιδεοληψίες ρομαντικών χορηγών ή το πολύ πολύ στην αμέλεια χορήγησης της εγκεκριμένης δόσης μεθαδόνης.
Στο Φαλκόνερ διάβασα και μια εκδοχή της ιστορίας του Γιάννη Αγιάννη, όταν ο νεαρός κρατούμενος Τζόντι βρίσκει καταφύγιο στη στοργή ενός Καρδινάλιου ή όταν ο ίδιος ο Φάραγκατ έχοντας πλέον δραπετεύσει απολαμβάνει τη φροντίδα ενός περιθωριακού. Σχεδόν «δάκρυσα» όταν περιγράφεται η «μεγάλη ημέρα» με θρησκευτικές αναφορές, συγκινητικές προσευχές για έλεος και συγχώρεση αμαρτιών και κραυγές φυλακισμένων που υμνούν: «δόξα, δόξα, δόξα σοι!»
Το μυθιστόρημα του Cheever δεν εξυπηρετεί ρεαλιστικές προσδοκίες. Προσπερνώντας όμως τον σχεδόν θρησκευτικό ρομαντισμό του, την εκκοσμικευμένη εκδοχή του χριστιανικού τρόπου λύτρωσης (συγχώρεση αμαρτιών μέσω καταδίκης, μετάνοιας και λήψης χάριτος) ακόμα και αυτή την εξομοίωση μιας φυλακής με ένα κέντρο αποκατάστασης και τη ρομαντική άποψη του σωφρονιστικού συστήματος, επιδίωξα να κρατήσω τη ματιά μου στα πρόσωπα και τις σχέσεις τους καθαυτές:
Ο Φάραγκατ δρασκελίζει το κατώφλι της φυλακής προσφέροντας στον εαυτό του σωρεία εξορθολογισμών τόσο για την εξάρτησή του από την ηρωίνη, όσο και για τον φόνο του αδερφού του και την αποτυχία της σχέσης του με τη γυναίκα του.
«Του φαινόταν φυσικό που ήταν ναρκομανής. Ανατράφηκε από ανθρώπους χωμένους στο λαθρεμπόριο ... πνευματικών, διανοητικών και ερωτικών διεγερτικών. […] Η αφρόκρεμα της μετα-φροϊδικής γενιάς ήταν εθισμένη…]
Ο εθισμός εδώ δεν παρουσιάζεται μόνο ως το ένα άκρο της αυτοσυνείδησης, μια ασθένεια ενδημική για τη μετα-Φροϋδική γενιά: ο Φάραγκατ τραβάει τα όρια ακόμα και πέρα από την συνείδηση του εθισμένου όπως αρχικά την ορίζει ο συγγραφέας, ριψοκινδυνεύοντας μια ανιδιοτελή δράση που προσδιορίζει την ατομική του αξία: κατασκευάζει ένα απαγορευμένο ραδιόφωνο με το οποίο επιδιώκει να ενημερώνεται για την εξέγερση στο «Τείχος». Με αυτή του την ενέργεια ο Φάραγκατ επιδιώκει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, επικοινωνία με τον κόσμο έξω από τη φυλακή του - ακόμα κι αν η επικοινωνία γίνεται μόνο με άλλες φυλακές. Και μια τέτοια δράση προσέγγισης τερματίζει την ψυχική απλούστευση του εθισμού του: ο Φάραγκουτ ξεχνά απλώς την ανάγκη του για δόση.
Αναμασώντας την αποτυχία του στην συζυγική του σχέση, αφήνεται να αγαπήσει σχεδόν ιδανικά το νεαρό Τζόντι, ένα νάρκισσο που δεν διαφέρει σε τίποτα από την γυναίκα που άφησε πίσω του. Το ζητούμενο εδώ όμως δεν είναι ότι οι άλλοι γίνονται καλύτεροι: είναι η λυτρωτική αξία της ίδιας της αγάπης που αποκαλύπτεται στον Φάραγκατ με τη περιβολή του Χριστιανικού «αγάπα τους ανάξιους», την ανιδιοτέλεια, την έλλειψη ζήλιας ακόμα και αυτή την παραίτηση από τον πόνο της προδοσίας. Δεν πρόκειται απλά για τον έρωτα ενός μεσήλικα προς έναν νεαρό στη φυλακή. Ο Cheever φανερώνει, ακόμη και σε αυτόν τον «τραγικό δεσμό», έναν «βαθύ» και λυτρωτικό έρωτα.
Ξεπερνώντας τη σχεδόν βιβλική σχέση του με τον αδερφό του, η λυτρωτική ηθική δράση του Φάραγκατ επικεντρώνεται σε έναν ξεπεσμένο συγκρατούμενο: τον Λαγό Νο 2, ένα ρυπαρό γέρο φυλακισμένο που καταδικάστηκε γιατί στραγγάλισε μια ηλικιωμένη γυναίκα για να τη κλέψει. Σε μια επιδημία στο Φάλκονερ ο Φάραγκατ συμφωνεί να πάρει τον γέρο κρατούμενο - που πεθαίνει - στο κελί του. Η πρώτη του πράξη - πλένει το σώμα του Λαγού - έχει καθαρά χριστιανικούς τόνους. Αμέσως μετά το πλύσιμο, ο Λαγός θέτει τη καίρια ερώτηση— "Γιατί σκότωσες τον αδερφό σου, Ζίκι;" - και επιτέλους αποκαλύπτονται οι λεπτομέρειες της δολοφονίας του αδερφού του.
Μέχρι αυτό το σημείο, ελάχιστες σελίδες πριν από το τέλος του Φάλκονερ, δεν έχουμε διαβάσει τίποτα για το έγκλημα για το οποίο φυλακίστηκε ο Φάραγκατ - εκτός από το γεγονός ότι συνέβη. Μέχρι εδώ η πράξη του αδελφοκτόνου έχει παραμείνει σκοτεινή τον αναγνώστη, όπως έχει απωθηθεί από τη συνείδηση του Φάραγκατ. Και είναι αυτό που καθορίζει την ηθική δομή του Φάλκονερ - το ότι ο Φάραγκατ είναι σε θέση να αποδεχτεί αυτό που έχει συμβεί, μόνο αφού έχει ταπεινωθεί σε μεταφορική μετάνοια υπηρετώντας το Λαγό Νο 2. Και έτσι κερδίζει το λυτρωτικό δώρο χάριτος – την απελευθέρωση από το Φάλκονερ – ως ένας σύγχρονος Μοντεχρήστο, μέσα σε ένα σάκο που προορίζεται για νεκρούς.
Αν με ρωτάτε, είναι ένα δυνατό έργο, μια βαθιά ματιά στις ψυχές των ηρώων, μακριά από κάθε προσδοκούμενο για τα όσα μπορούν να ειπωθούν για αυτά που συμβαίνουν σε ένα ίδρυμα.
Cheever John, Φάλκονερ, εκδ.Καστανιώτη, μετ. Ιλάειρα Διονυσοπούλου

Comments
Post a Comment