Για τον χτύπο της πύλης στον Μάκβεθ ή η αναστολή της ανθρώπινης κατάστασης
[3η Σκηνή, Β’ Πράξη του Μάκβεθ: Χαράματα. Δυνατοί χτύποι της πύλης του Πύργου του Ινβερνές γυρνούν τη σελίδα μετά τη δολοφονία του Βασιλιά Ντάνκαν.]
«Στον Μάκβεθ ο Σαίξπηρ, προκειμένου να ικανοποιήσει την τεράστια και υπερχειλίζουσα δημιουργική του δύναμη, εισήγαγε δύο δολοφόνους· και ως συνήθως στο έργο του, είναι και οι δύο αξιοπρόσεχτα διαφοροποιημένοι. Ωστόσο, μολονότι η πνευματική σύγκρουση είναι πολύ πιο έντονη στον Μάκβεθ παρά στη γυναίκα του, μολονότι η θηριωδία είναι λιγότερο αφυπνισμένη σε αυτόν, και επιπλέον τα αισθήματά του οφείλονται κυρίως σε μεταδοτική μόλυνση από τη γυναίκα του – παρόλα αυτά, εφόσον και οι δυο τους ενέχονται εντέλει στο έγκλημα, εντέλει τεκμαίρεται κατ΄ανάγκη και στους δύο η ύπαρξη εγκληματικού πνεύματος.
Αυτό έπρεπε να αποδοθεί καθαρά. Τόσο σαν αυτό που είναι πράγματι όσο και για να φανεί σε πιο σωστές αναλογίες η αντίθεση με την άκακη φύση του θύματός τους, του «ευγενέστατου Ντάνκαν» - και προκειμένου να εξηγηθεί επαρκώς η «βαθιά καταδίκη της αποδημίας του», έπρεπε να αποδοθεί με τη δριμύτερη ζωηρότητα.
Έπρεπε να οδηγηθούμε στο αίσθημα ότι η ανθρώπινη φύση, δηλαδή η θεϊκή φύση της αγάπης και του ελέους, που διαπερνά την καρδιά κάθε πλάσματος, και σπάνια υποχωρεί εντελώς στον άνθρωπο - έπρεπε να αισθανθούμε ότι η φύση αυτή χάθηκε, εξαφανίστηκε, έσβησε, και ότι τη θέση της πήρε η δαιμονική φύση. Και αυτή η εντύπωση επιτυγχάνεται θαυμαστά με τους διαλόγους και του μονολόγους, ολοκληρώνεται εντέλει με το υπό συζήτηση τέχνασμα.
[…] Κάθε δράση, όποια και αν είναι η κατεύθυνσή της, ερμηνεύεται, υπολογίζεται και γίνεται κατανοητή με την ανθρώπινη αντίδραση. Εφαρμόστε τώρα αυτή την αρχή στην περίπτωση του Μάκβεθ. Εδώ, όπως είπα, έπρπε να λάβει έκφραση και να γίνει αισθητή η υποχώρηση της ανθρώπινης καρδιάς και η είσοδος της δαιμονικής. Ένας άλλος κόσμος έχει κάνει την είσοδό του. Και οι δολοφόνοι απομακρύνονται από την περιοχή των ανθρώπινων πραγμάτων, των ανθρώπινων στόχων, των ανθρώπινων επιθυμιών. Μεταμορφώνονται: η λαίδη Μάκβεθ «απογενοποιείται», χάνει το φύλο της. Ο Μάκβεθ ξεχνάει όι τον γένησε γυναίκα. Προσαρμόζονται και δύο στην εικόνα των δαιμόνων.
Πώς όμως θα γίνει κάτι τέτοιο, πώς θα γίνει απτό; Για να κάνει την είσοδό του ένας νέος κόσμος, πρέπει να εξαφανιστεί για λίγο ο εδώ κόσμος. Οι δολοφόνοι και η δολοφονία πρέπει να απομονωθούν – να αποκοπούν μ’ ένα απύθμενο χάσμα από τη συνήθη ροή και ακολουθία των ανθρώπινων υποθέσεων – να φυλακιστούν και να εγκλειστούν σε μια βαθιά κρυψώνα: πρέπει να μας γίνει κατανοητό ότι ο κόσμος τηςκαθημερινής ζωής ξαφνικά αναστέλλεται – αποκοιμίζεται – υπνωτίζεται – υποχρεώνεται σε μια τρομακτική ανακωχή: πρέπει να καταργηθεί ο χρόνος, να ακυρωθεί κάθε σύνδεση με τα εξωτερικά πράγματα και τα απάντα πρέπει να υποχωρήσουν σε μια βαθιά συγκοπή και αναστολή κάθε γήινου πάθους.
Εξού και όταν τελείται η πράξη – όταν συντελείται το έργο του σκότους, τότε ο κόσμος του σκότους δια΄’υεται σαν φαντασμαγορικό νεφέλωμα: ακούγεται ο χτύπος στην πύλη και γνωστοποιεί με ηχηρό τρόπο πω; Έχει αρχίσει η αντίδραση: το ανθρώπινο επανακάμπτει και καλύπτει το δαιμονικό: ο σφυγμός της ζωής ακούγεται και πάλι: και η αποκατάσταση των δοσοληψιών του κόσμου όπου ζούμε μας κάνει πρώτη φορά ευαίσθητους στη τρομερή παρένθεση που τα είχε αναστείλει. »
Με αφορμή δύο αποτρόπαιες δολοφονίες στην Αγγλία του 1812, ο Thomas De Quincey συντάσσει ένα κείμενο για αυτή ακριβώς τη σκηνή στον Μάκβεθ, κείμενο που προδημοσιεύτηκε το 1823 στο London Magazine και ανοίγει έναν «διάλογο» μέσα στον χρόνο, με μια απάντηση του Μαλαρμέ να ακολουθεί 74 χρόνια μετά η οποία σχολιάζει την παρουσία των Μαγισσών στο ίδιο έργο. Στον διάλογο παρεμβάλλεται ο Μπωντλέρ ενώ το 1987 ο Ζεράρ Μασέ ρίχνει φως σε ένα ξεχωριστό διάλογο που είχαν οι τρεις τους με τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε.
Ο διάλογος των δύο πρώτων και τα σχόλια του Ζεράρ Μασέ πήραν έντυπη μορφή σε ένα ξεχωριστό βιβλίο, «Το Παλίμψηστο του Μάκβεθ» που εκδόθηκε το 2001 από την ΑΓΡΑ σε μετάφραση Σερ. Βελέντζα. Την ίδια χρονιά από τις ΡΟΕΣ επανεκδίδεται σε μετάφραση Κοσμά Ξυλινάκη η «Δολοφονία ως μία εκ των Καλών Τεχνών», το υστερόγραφο από 14 τόμους που εξέδωσε το 1853 ο De Quincey. Το δεύτερο κείμενο της έκδοσης αυτής είναι πάλι το «Κρούσιμο της θύρας του Μάκβεθ», αυτό ακριβώς που πραγματεύεται και το βιβλίο της ΑΓΡΑ.

Comments
Post a Comment