Baldwin James, Το κουαρτέτο του Χάρλεμ
Σε μια πορεία στις προτεσταντικές εκκλησίες Αμερικής και Ευρώπης, η «κραυγή» απόγνωσης του Άρθουρ Μοντάνα είναι η μουσική και το τραγούδι του, με τα γκόσπελ της μαύρης κουλτούρας να διηγούνται ιστορίες από την Παλαιά Διαθήκη. Όλη του την ενήλικη ζωή βιώνει με αυτό τον τρόπο το αχρονικά παράλληλο πεπρωμένο των διωγμένων Εβραίων της Αιγύπτου που έρχεται να συναντήσει εκείνο των μαύρων των HΠΑ.
Όταν ξεκινά το «Κίνημα Ελευθερίας» στο Νότο, ο Άρθουρ και οι τρεις συνοδοιπόροι του καλούνται να εμφανιστούν σε πολιτικές συγκεντρώσεις, οι περισσότερες από τις οποίες γίνονται σε εκκλησίες, τα μόνα - σχετικά - ασφαλή μέρη για τη διεξαγωγή τέτοιων συναντήσεων. Πολλές σελίδες του βιβλίου είναι αφιερωμένες σε περιγραφές των θρησκευτικοπολιτικών συναντήσεων στις περιφερειακές εκκλησίες του Νότου, κάτω από το εξαγριωμένο βλέμμα εχθρικών λευκών, με τα όργανα επιβολής του Νόμου να παρακολουθούν σε «απόσταση ασφαλείας». Σε μια από αυτές τις περιηγήσεις, ο φίλος του Άρθουρ, ο Φυστίκης εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Δεν ακούν ποτέ ξανά τίποτα για αυτόν, ενώ η φρικτή βεβαιότητα ότι έχει απαχθεί και δολοφονηθεί κρέμεται πάνω από το κεφάλι τους.
Ο Άρθουρ, ο ίδιος ο Baldwin, παγιδευμένος από τον τρόμο που βιώνει κάθε μαύρος της Αμερικής και την ενοχή για την ομοφυλοφιλία του, την αβεβαιότητα για την αποδοχή της εκ μέρους της οικογενείας του και των φίλων του και από την πίκρα για την απόρριψη του πρώτου εραστή του, καταφεύγει στο εφήμερο που μπορεί να του προσφέρει η φιλελεύθερη (σχετικά) Ευρώπη και το αλκοόλ. Όταν η όψιμη αγάπη έρχεται να τον βρει στο πρόσωπο του Τζίμυ, δεν μπορεί να τη διαχειριστεί και το σκάει μακριά της. Ο μοναχικός θάνατος του είναι το τέρμα μιας απελπισμένης πορείας που ήδη συναντάμε από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου.
Και ενώ ο Άρθουρ ακροβατεί μεταξύ τρόμου και αγάπης, ο Χαλ το alter ego του, ο αδερφός του, χωρίς αρχικά αναγνωρίσιμη φυλετική ή πολιτική ιδεολογία, καταφεύγει σε μια συμβατική ζωή τυπικού ετερόφυλου αστού που του επιτρέπει να ξεφύγει από τους κινδύνους και την ένταση της ζωής του Άρθουρ. Συστηματικά αποφεύγει να αντιπαρατεθεί με την ζοφερή πραγματικότητα που βιώνει η φυλή του, αλλά και αυτή που βλέπει να αφορά τον αδερφό του . Δεν ανοίγει δύσκολους διαλόγους, δεν ενθαρρύνει εξομολογήσεις, δεν χαράζει δύσκολους δρόμους επικοινωνίας, απλά περιμένει με υπομονή μια εξομολόγηση αυτά που ήδη γνωρίζει, απλά παρατηρεί «δρώμενα». Αυτή την αποστασιοποίηση του κόβει απότομα ο θάνατος του αδελφού του. Και για πρώτη φορά στο τέλος της διήγησης τον βρίσκουμε να στρέφει ένα έμμεσο κατηγορώ αλλά και μια προειδοποίηση όχι στους λευκούς του Νότου, όχι στους ρατσιστές της Αμερικάνικης Ηπείρου αλλά στη φυλή που ενώ βίωσε τον τρόμο του κυνηγημένου δεν έδειξε διάθεση συμπαράστασης:
Στο πρόσωπο μιας γηραιάς κυρίας συγκλίνουν οι παράλληλες πορείες και «αναγνωρίζει» τη λευκή «ανέστια» Εβραία που υπέφερε όσα ή και περισσότερα από αυτά που βίωνε η φυλή του, την Εβραία που έχει χάσει τη Μνήμη στην ανέλπιδα προσπάθεια να διαγράψει τον δικό της τρόμο.
«Εφόσον δεν ήμουν εγώ ασφαλής στη χώρα μου και εφόσον δεν υπήρχε κανένα αξιόπιστο . κοινωνικό συμβόλαιο που να εγγυάται τη δική μου ασφάλεια, τότε κανείς άλλος δεν μπορούσε να είναι ασφαλής εδώ» (σ.319)
Στον αντίποδα των δύο αδερφών η «αδερφή» Τζούλια η οποία, παρά την προσωπική της αγωνία από την απώλεια της πίστης της και τη γονεϊκή κακοποίηση, δεν παραμένει σιωπηλή, ούτε χάνει την επαφή με τους ανθρώπους:
απλώνει τη γέφυρα του πόνου της, στη σχέση της με τον αδελφό της Τζίμι, τη γιαγιά της και τον Χαλ Μοντάνα. Αναζητώντας την αυτογνωσία στις αφρικανικές ρίζες της, προβάρει τη δύναμη του ατόμου πέρα από άνωθεν σωτήρες. Και είναι η προσωπική ειρωνεία του πρώην ιεροκήρυκα Baldwin που «βάζει» την έφηβη Τζούλια να σπάσει την πίστη της στο θεό και τον γονέα για να κάνει το βήμα προς τον εαυτό της. Και είναι το ταξίδι της στην αρχέγονη πατρίδα της που την βοηθά να συνειδητοποιήσει ότι «δεν υπάρχει κρυψώνα» από τα βάσανα και ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ο σωτήρας του εαυτού του.
Εκδ. ΠΟΛΙΣ, μετ. Χρήστος Οικονόμου

Comments
Post a Comment