Sartre Jean-Paul, Οι Μύγες

 

«Δεν θα επιστρέψω κάτω από τον νόμο σου: είμαι καταδικασμένος να μην έχω άλλο νόμο παρά μόνο τον δικό μου. Δεν θα επιστρέψω στη φύση σου: χίλια χαραγμένα μονοπάτια οδηγούν σε σένα, αλλά δεν μπορώ να ακολουθήσω παρά μόνο το δικό μου μονοπάτι. Γιατί είμαι άνθρωπος, Δία, και κάθε άνθρωπος πρέπει να εφευρίσκει το δικό του μονοπάτι»


Έχοντας εξοικειωθεί βαθιά με την ελληνική μυθολογία, αφού δίδαξε σχετικά τους μαθητές του Charles Dullin, ο Σαρτρ βασίστηκε στον  θρύλο των Ατρειδών και του Ορέστη και κυρίως στο δεύτερο έργο της Ορέστειας τους Χοηφόρους για να γράψει τις «Μύγες». Το θέμα είναι η επιστροφή του ήρωα στην πόλη του Άργους εκεί που δολοφονήθηκε ο πατέρας του, ο Αγαμέμνονας από τον Αίγισθο και τη μητέρα του, την Κλυταιμνήστρα. Εάν όμως αναζητήσετε κοινά στοιχεία ανάμεσα στους Χοηφόρους του Αισχύλου και στις Μύγες του Σαρτρ, θα βρείτε μόνο επιφανειακά, αυτά που περιορίζονται στο δραματικό πλαίσιο μιας συγκεκριμένης πλοκής. 

Η σημαντικότερη καινοτομία των Μυγών είναι η ανανέωση της παραδοσιακής αντίληψης της τραγωδίας που τη θέλει συνυφασμένη με το στοιχείο της μοίρας. Ο Σαρτρ ακολουθεί το μονοπάτι των υπαρξιστών και των στοχασμών του περί ανθρώπινης ελευθερίας και αντιτάσσει στην τραγωδία της μοίρας αυτή της ελευθερίας: «Θέλησα να χειριστώ την τραγωδία της ελευθερίας σε αντίθεση με τη τραγωδία της μοίρας». Η μητροκτονία δεν είναι πλέον η αναπόφευκτη πραγματοποίηση μια προφητείας του Απόλλωνα, αλλά μια συνειδητή επιλογή του Ορέστη.

Ο ήρωας διδάσκει ότι  η  ενοχή ανήκει σε αυτούς που αρνούνται την ευθύνη για μια ενέργεια και μετανοούν αξιολογώντας τις πράξεις τους ως λανθασμένες, σύμφωνα με κάποιον συμβατικό, εξωτερικό  ηθικό κανόνα. Ο ίδιος αντίθετα, εμμένει στην πλήρη ανάληψη ευθύνης για τη δολοφονία του Αιγίσθου και της Κλυταιμνήστρας, ορίζοντας τις υψηλότερες ηθικές αξίες να ρέουν απευθείας από την ελευθερία επιλογών αυτών που δημιουργούν τις δικές τους αξίες. Παραμένει όμως ένας τραγικός ήρωας, όχι ως θύμα της μοίρας αλλά της πιο αμείλικτης δέσμευσης, της δέσμευσης στις ελεύθερες επιλογές του. «Είμαι ελεύθερος Ηλέκτρα, η ελευθερία έπεσε πάνω μου σαν κεραυνός»

Ο ελεύθερος Ορέστης μπορεί να πάρει αποφάσεις για το μέλλον και να ενεργήσει σύμφωνα με επιλογές του. Όμως η αδερφή του Ηλέκτρα που ζει παγιδευμένη στο παρελθόν και την εκδίκηση, δεν είναι ελεύθερη, γιατί πλέον δεν μπορεί να κοιτάξει μπροστά «Για δεκαπέντε χρόνια ονειρευόμουν δολοφονία και εκδίκηση». Στον αντίποδα λοιπόν του Ορέστη στέκεται μια μεταλλαγμένη  Ηλέκτρα, ένα ενοχικό και τρομοκρατημένο πλάσμα που ζει μόνιμα στο παρελθόν και στη σκιά ενός φόνου. Αργότερα αρνείται ακόμα και να αναλάβει την ευθύνη για τις δολοφονίες του Αίγισθου και της Κλυταιμνήστρας επειδή φοβάται τη κρίση των Ερινυών και το πώς άλλοι θα τη κρίνουν. Αρνείται την ευθύνη για το ρόλο της στη δολοφονία, έτσι ώστε τη συμμετοχή της να τη παρουσιάζει μάλλον ως ατύχημα παρά ως επιλογή. Η Ηλέκτρα βασανίζεται από την ενοχή ακριβώς επειδή αρνείται να δεχτεί τη δράση της ως δική της και επιχειρεί να περάσει όλη την ευθύνη στον Ορέστη τον οποίο κατηγορεί ότι κατέστρεψε την αθωότητά της.

Για τον πρωταγωνιστή, οι θρησκευτικές αξίες δεν έχουν την ευκαιρία να ελέγξουν τις ανθρώπινες συμπεριφορές του. Κανένας θεός, ούτε ο ίδιος ο Δίας, δεν μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις και τις κρίσεις του. Στέκεται περήφανος απέναντι στον Δία, το περιφρονεί και τον μηδενίζει «Δεν είμαι ούτε αφέντης ούτε σκλάβος, Δία. Είμαι η ελευθερίας μου! Μόλις με δημιούργησες έπαψα να σου ανήκω!»

Στις Μύγες το ενδιαφέρον για την λογοτεχνική αισθητική έπεται της ανάγκης του Σαρτρ να τις χρησιμοποιήσει ως μέσο για την παρουσίαση των ιδεών του στον υπαρξισμό Έτσι υπάρχουν σημαντικά κενά όπως ότι αφήνει μετέωρο, το πώς ο αθώος, ρομαντικός και άπραγος  Φίληβος της Α πράξης, αυτός που το μόνο που επιθυμεί είναι να ανήκει, μακαρίζοντας ακόμα και τους σκλάβους για να γίνει ένας από τους Αργείους, πώς αυτός μετατρέπεται σε Ορέστη, τον ελευθερωτή της πόλης, τον άνθρωπο που παίρνει πάνω του τα κρίματα και τα δεινά των Αργείων δολοφονώντας τον βασιλιά και τη βασίλισσα, δηλαδή αυτούς που καλλιεργούν και συντηρούν την ενοχή στους υπηκόους τους. 

Επί πλέον αγνοεί την αρχή των αυστηρής οικονομίας λέξεων στα πλαίσια μιας συνοπτικής έστω και ακραίας δήλωσης, και οδηγείται σε επανάληψη ηθικοδιδακτικών φράσεων που κινδυνεύουν να ορίσουν τη β πράξη ως μια απέραντη φλυαρία. 

Ο Υπαρξισμός είναι μια φιλοσοφική σκέψη που ασχολείται με τις συνθήκες Ύπαρξης του κάθε ατόμου και τα συναισθήματα, τις ενέργειες, τις ευθύνες και τις σκέψεις του. Η Ύπαρξη δείχνει τον ειδικό τρόπο με τον οποίο τα ανθρώπινα όντα βρίσκονται στον κόσμο, σε αντίθεση με άλλα όντα και πώς το ανθρώπινο ον μπορεί να επιλέξει τον τρόπο που θα «χρησιμοποιήσει» τη δική του Ύπαρξη. Υποστηρίζει ότι, στον άνθρωπο, και μόνο στον άνθρωπο, η Ύπαρξη προηγείται της ουσίας και ότι αυτός μόνο μπορεί να δημιουργήσει τη δική του ουσία: «Ρίχνεται» στον κόσμο, υποφέρει εκεί, αγωνίζεται εκεί και σταδιακά ορίζει τον εαυτό του.  

Ο Υπαρξισμός επισημαίνει θέματα όπως η εγκατάλειψη και η απόλυτη ατομικότητα, η απόλυτη ελευθερία, η υποκειμενικότητα των αξιών, η ευθύνη για την επιλογή, το άγχος, η απόγνωση. Ένας άνθρωπος που δεσμεύεται στις επιλογές του, δεν μπορεί παρά να αναγνωρίζει και τη δική του πλήρη και βαθιά ευθύνη για αυτές. Δεν υπάρχει άνωθεν κηδεμονία και στην ουσία εγκατάλειψη είναι  η ανάγκη εμείς οι ίδιοι να αποφασίζουμε ποιοι θα είμαστε. Εγκατάλειψη και απελπισία γιατί πρέπει να στηριζόμαστε μόνο σε εκείνα τα πράγματα που εξαρτώνται από τη θέλησή μας ή σε εκείνες τις συνθήκες που επιτρέπουν τη δική μας δράση.

Δεν θα ασχοληθώ με την πολιτική διάσταση του έργου, όπως ερμηνεύεται αν το εντάξουμε στην εποχή της Γερμανοκρατούμενης Γαλλίας και τους παραλληλισμούς με τις τότε συνθήκες. Ακριβώς γιατί θέλω να αφήσω ανοιχτή τη διαχρονικότητα του έργου. 

Θα παραθέσω μόνο τον σχολιασμό του ίδιου στο αυτοβιογραφικό «Οι Λέξεις» 

«Όταν ήμουν γύρω στα δέκα, ευχαριστιόμουν να διαβάζω Το Υπερωκεάνιο (Les Transatlantiques), ένα βιβλίο που περιγράφει έναν μικρό Αμερικανό και την αδερφή του, πολύ αθώους άλλωστε.

Ενσαρκωνόμουν στο αγόρι και μέσω αυτού αγαπούσα το κοριτσάκι, τη Μπίντι. 

Για πολύ καιρό ονειρευόμουν μια ιστορία για δύο παιδιά που έχουν χαθεί και είναι διακριτικά αιμομίκτες. Στα γραπτά μου ίσως να μπορούσε κανείς να βρει ίχνη αυτής της φαντασίωσης: τον Ορέστη και την Ηλέκτρα, στις Μύγες (Les Mouches), τον Μπόρις και την Ίβιτς στους Δρόμους της Ελευθερίας (Les chemins Dell liberty), τον Φραντς και τη Λένι στους Φυλακισμένους της Αλτόνα (Les Sequesters d'Altona). Το τελευταίο ζευγάρι είναι το μόνο που προχωρεί σε πράξεις. Σ' αυτόν τον οικογενειακό δεσμό δεν με γοήτευε τόσο ο ερωτικός πειρασμός όσο η απαγόρευση της ερωτικής πράξης: φωτιά και πάγος, ηδονές και στέρηση αναμεμειγμένα, η αιμομιξία με έτερος εφόσον παρέμενε πλατωνική[...] Αμήχανος, κατάκοπος γευόμουν τη διφορούμενη ηδονή να καταλαβαίνω δίχως να καταλαβαίνω [...]»


Sartre Jean-Paul, Οι Μύγες

Εκδ. Αιγόκερως, μετ. Μαριαλένη Σολδάτου


Comments

Popular posts from this blog

Το Γεγονός (2021), Σκηνοθεσία Audrey Diwan, Χρυσός Λέων στο Φεστιβάλ Βενετίας CINEMA

Αν Αυτός Είναι ο Άνθρωπος (Se questo è un uomo), Primo Levi

Francesca da Rimini & Paolo malatesta στον δεύτερο κύκλο της Κόλασης του Δάντη