Camus, Albert, Η πανούκλα
Αρχές του περασμένου αιώνα, οι Γάλλοι υπαρξιστές, έθεσαν ως έμβλημά τους την ύπαρξη να προηγείται της ουσίας, καθώς επίκεντρο του ενδιαφέροντος τους δεν ήταν ιδέες ή έννοιες προκαθορισμένες από θεολογικά, φιλοσοφικά ή ηθικά δόγματα, αλλά ο ίδιος άνθρωπος ως μοναδική και ανεπανάληπτη ύπαρξη. Μια ύπαρξη που δεν έχει στατικές έμφυτες ιδιότητες, όπως υποστήριζαν τα φιλοσοφικά ή θεολογικά κινήματα ότι συμβαίνει με την ουσία του, αλλά διαμορφώνεται αέναα με την προσωπική του δράση, με αποτέλεσμα να ευθύνεται και γι’ αυτό στο οποίο θα καταλήξει.
«Το Οράν είναι μια πόλη χωρίς περιστέρια, χωρίς δέντρα, χωρίς κήπους, όπου δεν θα ακούσεις φτερά να χτυπούν μήτε φύλλα να θροΐζουν, ένας τόπος ουδέτερος».
Αν ο Σαρτρ έγραψε πως «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας», με τον άνθρωπο να καλείται να δώσει νόημα στην αρχικά παράλογη ύπαρξή του μέσω των πράξεών του, ελεύθερος αλλά και υπεύθυνος, ο Καμύ χάρισε στο ληθαργικό Οράν μια επιδημία ακριβώς για να βάλει τον άνθρωπο αντίκρυ στην επικείμενη στιγμή της ζωής και στις προ-κείμενες περιστάσεις της, εκεί που οφείλει ο ίδιος να δημιουργεί τους κανόνες του, να επιλέγει, να καθορίζει ο ίδιος την στάση του, ανίκανος να παραιτηθεί από την ελευθερία του ως πηγή αυτοκαθορισμού.
Όπως σε πολλά υπαρξιστικά μυθιστορήματα, στην Πανούκλα ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας μιας ανθρώπινης εμπειρίας: ο συγγραφέας τοποθετεί τους ήρωές του σε δύσκολες συνθήκες που ευνοούν την φιλοσοφική παρατήρηση. Η Αρρώστια είναι η ρήξη με την συνηθισμένη τάξη πραγμάτων, είναι μια οριακά υπερφυσική εισβολή στην συνηθισμένη ζωή των κατοίκων της πόλης του Οράν, με την ξαφνική έκρηξη της επιδημίας να επιβάλλεται εντυπωσιακά στην ρουτίνα των ανθρώπων.
Η παγίδευση εντός των τειχών της πόλης , μεταφέρει την ιδέα εγκλεισμού του ανθρώπου στην ιδιότυπη φυλακή της δικής τους ανθρώπινης κατάστασης και της ελευθερίας του μπροστά στο μηδαμινότητά τους, με την ύπαρξή τους να δικαιολογείται μόνο από τη δράση τους. Η ασθένεια δεν κάνει επιλογές, η πανούκλα είναι η μεγάλη ισοπέδωση: όλοι πεθαίνουν οι «αθώοι» εξίσου όσο και οι «ένοχοι». Αυτός είναι ο άθεος κόσμος όπου τίποτα δεν μπορεί να αποδοθεί στη μοίρα ή στην Θεία οργή, όπου ακόμα και ο πάτερ Πανελού αντιλαμβάνεται ότι είναι μάταια κάθε ικεσία, κάθε προσευχή, κάθε φοβέρα αφού η πανούκλα χτυπά σχεδόν όλους και αυτούς που αφήνει δεν είναι σε καμία περίπτωση οι «διαλεχτοί».
Έτσι, την κάθοδο της πόλης στην πανούκλα δεν σταματάει τίποτα μέχρι οι νεκροί να φτάσουν στους λάκκους. Εκεί είναι ο τρόμος, ο ανθρώπινος πόνος, η φανταστική κόλαση ή το επίγειο καθαρτήριο. Εκεί οι κάτοικοι του Οράν θα κοιτάξουν τον θάνατο – και κατ’επέκταση την ζωή – και θα επιλέξουν πώς θα ζήσουν. Άλλοι θα επιστρέψουν στον λήθαργο ή θα στραφούν σε κεροσκόπο δράση ενώ για άλλους η καταστροφική δύναμη της φύσης θα παίξει λυτρωτικό ρόλο, θα γίνει η προσωπική τους δέσμευση να πολεμήσουν το «κακό» μέσα από την αλληλεγγύη, να αλλάξουν την πορεία των πραγμάτων και του κόσμου και αυτό θα τους κάνει άξιους επιβίωσης ανεξάρτητα από το αν πράγματι επιβιώνουν ή όχι. Ο Καμύ μας μιλάει για ηρωισμό, ανθρωπισμό και θυσίες, όταν εκεί που δεν υπάρχει Θεός, ο άνθρωπος γίνεται Θεός.
«Καταλαβαίνω» μουρμούρισε ο Πανελού. «Αγανακτούμε με ό,τι ξεπερνάει τα δικά μας μέτρα. Ίσως όμως πρέπει ν’ αγαπάμε ό,τι δεν μπορούμε να καταλάβουμε».
Ο Ριέ ανασηκώθηκε απότομα. Κοίταξε τον Πανελού μ’όλη του τη δύναμη κι όλο του το πάθος, και κούνησε το κεφάλι του.
«Εγώ την αγάπη τη βλέπω αλλιώς. Κι ώσπου να πεθάνω, θ’ αρνιέμαι ν’ αγαπήσω έναν κόσμο όπου βασανίζονται παιδιά»
Albert Camus, “Η πανούκλα», εκδ. Γράμματα, μετ. Αγγ Τατανή

Comments
Post a Comment