Οι έρωτες της Αναΐς, (Les Amours d’ Anais). 2021 Σκην: Charline Bourgeois-Tacquet
«Οι έρωτες της Αναΐς», (Les Amours d’ Anais). 2021
Σκην: Charline Bourgeois-Tacquet
Ηθοπ.: Anaïs Demoustier, Valeria Bruni
Οι έρωτες της Αναΐς αναδύονται, περιστρέφονται, διαρκούν όσο η ελαφρότητα μιας στιγμής: ακολουθώντας τις παρορμήσεις της φτερουγίζει, τρέχει, στροβιλίζεται, βάζει συναγερμούς φωτιάς, παρατάει τις υποχρεώσεις και τους εραστες της. Αυτή η διαρκής κίνηση είναι ο τρόπος της να αντιδρά στην οδυνηρή πλευρά της ζωής: δεν σταματά για να μην πέσει. Και αγαπάει. Ναι αγαπάει αλλά σύντομα και σκληρά. Μια συγκατοίκηση που την πνίγει, μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, συζυγικά κρεβάτια, η διατριβή για το πάθος στον 17ο αιώνα, όλα αυτά την περικυκλώνουν και την καταπιέζουν.
Φτάνει όμως η στιγμή που η Αναΐς επιβραδύνει, μόλις συναντά την Εμιλί. Μια συνάντηση σχεδόν σαν παύση ανάσας. Και τότε ένα αισθησιακό παιχνίδι αναδύεται μεταξύ τους με την ταινία να επικεντρώνεται σε αυτό χωρίς να κρύβει ούτε τη σεξουαλικότητα ούτε τον ηδονισμό της. Εξερευνώντας τη μυστηριώδη δύναμη της επιθυμίας, η Charline Bourgeois-Tacquet παίζει με τους κώδικες. Προσφέρει μια ωδή στην αγάπη χωρίς σύνορα, στην ελευθερία να αγαπάς και να αφήνεις τον εαυτό σου να ανακαλύπτει τα συναισθήματα και τις επιθυμίες σου, και η σκηνοθετική ματιά της αν και κινούμενη σε ελεύθερο τόνο δεν πέφτει ποτέ στο χυδαίο ή στην καρικατούρα. Εδώ δεν πρόκειται ούτε καν για την ομοφυλοφιλία γιατί τα πάντα είναι επιθυμίες και αισθησιασμός – τίποτα άλλο.
Και η Αναΐς με την Εμιλί; Αυτές είναι δύο οράματα αγάπης που μοιάζουν με εσωτερικό δίλημμα: ένα λογικό και χειραφετημένο που διστάζει όμως να βάλει το πάθος πάνω από τις φιλοδοξίες και το φλογερό άλλο που απαιτεί την φωτιά ή τίποτα.
Και είναι ο δισταγμός της Εμιλί απέναντι στην προσφορά αγάπης της Αναΐς, που λίγο μου θύμισε τον νεανικό έρωτα που περιγράφει ο Jacobsen στο «Εδώ έπρεπε να ήταν ρόδα», αντικείμενο ζήλειας του ώριμου βαλέ, που έχει γνωρίσει ήδη την απογοήτευση της βιωμένης αγάπης.
«...παίζουν τον ρόλο τους στην παντομίμα, ενώ είχαν φύγει, και μιλώντας για τον ακαθόριστο νεανικό έρωτα - πού ποτέ δεν θα ‘χει αναπαμό, παρ' ακατάπαυτα φτερουγίζει πάνω άπ' όλες τις σφαίρες των ονείρων κι άπ' τής ελπίδας το ουράνιο ανάβλεμμα, άρρωστα παθιασμένος να μπορέσει επιτέλους να βρει την ικανοποίηση, μες σέ μια τρανή εσωτερική φλόγα ενός μεγάλου, μοναδικού αισθήματος. Αυτά κουβέντιαζαν: ό νεότερος με πικρό παράπονο, κι ό πιο ώριμος μέ μια δόση μελαγχολίας. Και τώρα ό μεγαλύτερος, ό Κίτρινος, μηνάει στον Γαλάζιο μή βιάζεται τόσο νά πιαστεί στα δίχτυα τής αγάπης.
«Όχι, πστεψέ με», του ‘πε, «ή αγάπη πού βρίσκεις στο σφιχταγκάλιασμα δυο ολόλευκων χεριών να σε περιτριγυρίζουν, σε δυο μάτια καρφωμένα πάνω σου —ό ουρανός σου, ό ολόδικός σου ουρανός— και στη σίγουρη ηρεμία δυο χειλιών, είναι γήινη... κοντά στο χώμα... αφήνει πίσω της την ελεύθερη αιωνιότητα των ονείρων για μίαν ευτυχία πού μετράει τις ώρες στα δάχτυλα τού χεριού και πολύ σύντομα γερνάει. Ακόμα κι αν διαρκώς ξαναγεννιέται, κάθε φορά χάνει μίαν αχτίνα άπ' την κορώνα τής αίγλης τής παντοτινής - πού ρίχνει φως στην αιώνια νιότη των ονείρων»

Comments
Post a Comment